• Follow us
  • Τα πάντα για τη Eurovision

    eurovisionistas_logo

  • Γίνε μέλος της συντακτικής μας ομάδας

    21427304_10210542500020534_5305682434521126079_o

  • Τα τελευταία νέα στο χάρτη της νυχτερινής διασκέδασης

    pistes2017_min

David Bowie: Ο Ziggie Stardust γίνεται 69 ετών!

Σαν σήμερα, στις 8 Ιανουαρίου του 1947 κάνει την πρώτη του εμφάνιση στον πλανήτη Γη ο David Robert Jones, ή αλλιώς David Bowie, όπως έγινε γνωστός. Και λέω πλανήτη Γη, γιατί κανείς δεν ξέρει από ποιόν μακρινό πλανήτη του γαλαξία έρχεται η αλλόκοτη φιγούρα του Ziggy Stardust/ Aladdin Sane, αυτή η ναρκισσιστική ανδρόγυνη περσόνα που ξεσήκωσε τα 70s, όταν ο Συντηρητισμός και ο πουριτανισμός έπαιρναν τη σκυτάλη από την ανεμελιά, τον κοινωνικό αναβρασμό και την σεξουαλική επανάσταση των hippie late 60s. Ενώ λοιπόν τα παιδιά των λουλουδιών στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ έκοβαν την πλούσια κόμη τους και ήταν έτοιμοι να γίνουν οικογενειάρχες, φιλήσυχοι, εργαζόμενοι, ο David Bowie άρχισε να χαράζει νέους δρόμους στην μουσική, πειραματίζεται με όλα τα είδη, περνώντας στη σφαίρα της μουσικής μυθολογίας και σοκάροντας τους Αγγλοσάξωνες (και αργότερα Αμερικανούς) νοικοκυραίους.

Τραγουδιστής, ηθοποιός, χορευτής, σκηνοθέτης, καλλιτέχνης, παραγωγός, performer, fashion icon, είδωλο, σύμβολο του σεξ, επαναστάτης. Υπάρχουν πολλές ιδιότητες που ταιριάζουν στον David Bowie. Με αφορμή λοιπόν την 68η επέτειο της γέννησης του ας θυμηθούμε τη μουσική του πορεία στη βιομηχανία του θεάματος.

Γεννήθηκε στο Brixton, μία εργατική και πολυεθνική συνοικία του Λονδίνου και στη νηπιακή ηλικία τον χαρακτήριζαν ως “προκλητικό καυγατζή”. Ήδη από την ηλικία των εννέα ετών ξεχώρισε, τόσο για την φωνή του όσο και για τις χορευτικές του δεξιότητες ενώ παράλληλα ανέπτυξε ενδιαφέρον και για τη μουσική. Στα 15 του δημιούργησε τους Konrads, οι οποίοι έπαιζαν σε γαμήλιες δεξιώσεις και σε συγκεντρώσεις νέων της περιοχής. Τον επόμενο χρόνο αφού εγκατέλειψε το σχολείο αποφάσισε να αφοσιωθεί στη μουσική και να γίνει αστέρι της ποπ. Οι χαμηλές όμως προσδοκίες των υπόλοιπων μελών του συγκροτήματος όμως τον εξόργησαν, και έτσι βρέθηκε στους King Bees, επιδιώκοντας να γίνει ο “Mick Jagger τους”. Αργότερα, απογοητευμένος από την εμπορική αποτυχία του ντεμπούτου τους “Liza Jane” και τη μπλουζ κατεύθυνση του συγκροτήματος, αποχωρεί και συμμετέχει στους Mannish Boys, τους οποίους αφήνει επίσης για τους Lower Third. Θεωρώντας υπαίτιο της παταγώδους αποτυχίας οποιασδήποτε κυκλοφορίας του τον manager του, Leslie Conn, τον απολύει. Κάνοντας ένα περασμα απο τους Buzz και τους Riot Squad, ο David Jones αποφασίζει να υιοθετήσει το καλλιτεχνικό επώνυμο που τον έκανε γνωστό και να ακολουθήσει σολο καριέρα (Bowie).

Σπουδάζοντας θέατρο και δραματικές τέχνες έρχεται πρώτη φορά σε επαφή με την ιδέα του να δημιουργήσει μια περσόνα ώστε να παρουσιαστεί έτσι στο κοινό. Λόγω της εμπορικής του αποτυχίας, αναγκάστηκε να δημιουργήσει μία ταινία με τον ίδιο να ερμηνεύει κομμάτια του, διάρκειας 30 λεπτών, ώστε να προωθηθεί το έργο του. Κάπου εκεί ήρθε και η αναγνωρισιμότητα με το Space Oddity, το οποίο κυκλοφόρησε πέντε μέρες μετά την εκτόξευση του Apollo 11 και αναρριχήθηκε στο top 5 των βρετανικών τσαρτς. Το κομμάτι ακολούθησε η κυκλοφορία του ομώνυμου άλμπουμ. Το 1970 κυκλοφορεί το “The Man Who Sοld The World” και χαρακτηρίζεται απο σκληρό ήχο (σε αντίθεση με το Space Oddity όπου κυριαρχούσε η ακουστική κιθάρα) και αναφορές στην παράνοια και τη σχιζοφρένεια. Εκμεταλλευόμενη την ανδρόγυνη εμφάνιση του, η εταιρία παραγωγής κυκλοφορεί στην Αγγλία το δίσκο με εξώφυλλο τον Bowie να φοράει φόρεμα. Το επικοινωνιακό τρικ συνεχίστηκε με τον τραγουδιστή να εμφανίζεται έτσι σε συνεντεύξεις αλλά και σε καθημερινές του στιγμές. Κατα τη διάρκεια της περιοδείας που ακολουθεί την κυκλοφορία, ο Bowie παρακολουθεί στενά δύο πανκ καλλιτέχνες και αποφασίζει να δημιουργήσει το εξωγήινο alter-ego του, τον περιβόητο Ziggy Stardust. Το επόμενο άλμπουμ (Hunky Dory) φάνηκε να σημαίνει την επιστροφή σε πιο ποπ μονοπάτια, διατηρώντας όμως φιλοσοφικό στιχουργικό υπόβαθρο.

Στις 10 Φεβρουαρίου του 1972 εμφανίζεται πρώτη φορά ως Dustman σε μία παμπ και συνοδεύτηκε απο μια περιοδεία και το δίσκο The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars, συνδυάζοντας περίτεχνα hard rock, ψυχεδελικό και ποπ ήχο. Η καριέρα του είχε εκτοξευτεί στα ύψη, κυρίως χάρη στην εκκεντρικότατη περσόνα του. Στη συνέχεια προχωρά στη δημιουργία κι άλλου alter ego, του Aladdin Sane (τον οποίο θα “δολοφονήσει” αργότερα on stage), προσδίδοντας εντυπωσιακή θεατρικότητα στις ζωντανές εμφανίσεις του.

To 1974 αποχωρεί απο τους Spiders from Mars και θέλει να κάνει το ίδιο και με την απόκοσμη φιγούρα του Ziggy, καθώς νιώθει πως πλέον τον έχει στοιχειώσει. Εξερευνά τη soul και τη funk μουσική και δημιουργεί το Diamond Dogs (1974), ένα μιούζικαλ σε μία δυστοπική μετα-αποκαλυπτική πόλη, προσπαθώντας να κάνει κάτι αντίστοιχο με το βιβλίο του George Orwell, 1984, αλλά στη μουσική. Εκείνη την εποχή ο David εθίζεται στην κοκαϊνη και αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα. Το αμέσως επόμενο άλμπουμ Young Americans (1975) γίνεται τεράστια εμπορική επιτυχία και η φήμη του φτάνει στα ύψη. Η έμπνευση και το ταλέντο του μοιάζουν αστείρευτα, ενώ συνεχίζει τους πειραματισμούς με διάφορα μουσικά είδη. Το Station to Station (1976) εισάγει μια νέα περσόνα του τραγουδιστή τον Thin White Duke (Λεπτό Λευκό Δούκα). Ο Δούκας φαίνεται πιο φυσιολογικός συγκρητικά με τους προηγούμενους χαρακτήρες που είχε εφεύρει, θυμίζοντας κάτι από καμπαρέ αισθητική.

Νιώθοντας τον εθισμό του να τον καταβροχθίζει και την ψυχολογική αλλά και σωματική του υγεία να κλονίζεται, το 1976 εγκαθίσταται στο Δυτικό Βερολίνο με στόχο να “αναγεννηθεί”, πνευματικά αλλά και επαγγελματικά. Συνεργάζεται με τον Brian Eno, τον Toni Visconti και τον Iggy Pop και κυκλοφορεί το Low (1977), τον πρώτο δίσκο της λεγόμενης “Berlin Trilogy” (Βερολινέζικη Τριλογία), και κάνει σαφή μία στροφή του προς πιο αφηρημένες μουσικές δομές και λιγότερους στίχους, επηρεασμένος απο το μουσικό είδος Krautrock. Η μινιμαλιστική του μουσική προσέγγιση έχει επίσης ως αποτέλεσμα τα Heroes (1977) και Lodger (1979).

Στην χαραυγή των 80s ο David Bowie φαίνεται να αφήνει πίσω το εκρηκτικό πειραματικό (και το ακόμα παλαιότερο ψυχεδελικό) παρελθόν του και να στρέφεται σε πιο ασφαλείς επιλογές. Με το άλμπουμ Let’s Dance σημειώνει εκ νέου τεράστια εμπορική επιτυχία, αναγάγωντας τον στο απόλυτο pop icon. Παρόλα αυτά συνεχίζει να προκαλεί με τα ιδιαίτερα ερωτικά για την εποχή video clip. Ακολουθούν τα Tonight (1984) Never let me Go (1987) με σαφή dance προσανατολισμό. Το 1989 γίνεται μέλος των Tin Machine. Αν και η πρώτη τους κυκλοφορία είναι πετυχημένη (εμπορικά), δε θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για τα σινγκλς που ακολούθησαν.

Καθόλη την διάρκεια των 90s πειραματιζόταν μουσικά (όπως πάντοντε συνήθιζε), αυτή τη φορά με hip hop, jazz και soul και μας δίνει το Black Tie White Noise, αυτή τη φορά σόλο. Το 1996 γίνεται μέλος της τιμητικής λέσχης Rock and Roll Hall of Fame. Τη δεκαετία του 2000 εμφανίστηκε σε διάφορες συναυλίες, κυρίως φιλανθρωπικού χαρακτήρα, ενώ συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως οι Arcade Fire και ο David Gilmour των Pink Floyd. Ακόμη και σήμερα συνεχίζει να δημιουργεί μουσική, όχι το ίδιο πετυχημένη, αλλά παραμένει μία κραταιά και αξιοσέβαστη μορφή του παγκόσμιου καλλιτεχνικού στερεώματος.

Εκτός όμως από την μουσική του καριέρα, ο πάλαι πότε Aladdin προκαλούσε αίσθηση και με την προσωπική του ζωή. Δείχνει έντονο “πνευματικό” ενδιαφέρον για τις ανατολικές θρησκείες, κυρίως για το βουδισμό και έχει δηλώσει εμμονικός με το μυστικισμό και κάποιες θρησκευτικές δοξασίες. Δεν είναι λίγοι και εκείνοι που τον έχουν κατηγορήσει για φιλοναζιστικά αισθήματα. Τροφή για τις φήμες αυτές αποτέλεσαν σχόλια του Bowie σχετικά με τα θετικά αποτελέσματα που θα είχε ένα φασιστικό καθεστώς στην Αγγλία, συχνές αναφορές στον εθνικισμό και τον Αδόλφο Χίτλερ και μία φωτογραφία όπου φέρεται να χαιρετά ναζιστικά. Ο τραγουδιστής αρκετά συχνά παραδέχεται πως έχει κάνει τέτοιου είδους σχόλια, αλλά αρνείται οποιαδήποτε ταύτιση με την ιδεολογία του. Πιο συγκεκριμένα, θεωρεί ότι όλα αυτά συνέβησαν μια περίοδο που ήταν εθισμένος στα ναρκωτικά και βαθύτατα επηρεασμένος από το alter-ego του, Thin White Duke, ο οποίος περιγράφονταν συχνά ως ένας κενός Άριος μισάνθρωπος.

Ήδη από το 1972 είχε μιλήσει υπό το προσωπείο του Ziggy Stardust για την ομοφυλοφιλία του, προκαλώντας τις αντιδράσεις τους Βρετανικού κοινού. Το 1976, μιλώντας πλέον εξ ονόματος του, παραδέχτηκε την αμφισεξουαλικότητα του, ενώ η πρώτη του σύζυγος, Angie, υποστήριξε ότι διατηρούσε για ένα διάστημα σχέση με τον Mick Jagger των Rolling Stones. Το 1983 σε μια συνέντευξη στο Rolling Stone χαρακτήρισε την δήλωση του περί αμφισεξουαλικότητας “το μεγαλύτερο λάθος που έκανα ποτέ”, αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα του ποτέ δεν υπήρξε bisexual, αλλά επηρεάστηκε από το ρεύμα της εποχής και όχι από τα πραγματικά του συναισθήματα. Παρόλα όμως αυτά, η θρυλική εκείνη παραδοχή έσπασε αρκετά ταμπού.

Το ίδιο ίσχυε και για το άλλο θέμα ταμπού της εποχής, τα ναρκωτικά. Ο Bowie ποτέ δεν κρύφτηκε, αλλά αντιθέτως παραδέχτηκε ότι έκανε χρήση (ακόμα και σκληρών) ναρκωτικών, γνωρίζοντας πολλές φορές την αποδοκιμασία και την κριτική των μαζών. Μάλιστα, έχει πει πως κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το Young Americans ζούσε μόνο με κόκκινες πιπεριές, κοκαϊνη και γάλα.

Ας θυμηθούμε λοιπόν μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του αειθαλούς ποπ σταρ, που ποτέ δε φοβήθηκε την αλλαγή, να πειραματιστεί, να διευρύνει τους μουσικούς του ορίζοντες, με οποιοδήποτε κόστος:

Tags:

  • Show Comments (0)

Your email address will not be published. Required fields are marked *

comment *

  • name *

  • email *

  • website *

six + nineteen =

Ads