O Tom Ford είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους σχεδιαστές μόδας του 21ου αιώνα που κατάφερε να «μεταμορφώσει» με το προσωπικό του στιλ τον οίκο Gucci, από μια απλή φίρμα αξεσουάρ σε ένα από τα πιο ισχυρά fashion brands σε όλο τον κόσμο.
O Tom Ford (κατά κόσμον Thomas Carlyle) είναι ένας επιτυχημένος και αυτοδίδακτος Αμερικανός σχεδιαστής μόδας και πολλά υποσχόμενος σκηνοθέτης ταινιών. Είναι η επιτομή του στιλ και της κομψότητας στο ανδρικό ντύσιμο και αυτός που δημιούργησε τάσεις στη βιομηχανία της μόδας. Είναι αυτός που επαναδημιούργησε, βάζοντας τη δική του υπογραφή και το προσωπικό του γούστο, στα είδη πολυτελείας του όμιλου Gucci και υιοθέτησε μια μοντέρνα αισθητική με καινοτόμα υλικά. Οι ρετρό πινελιές στη σχεδιαστική γραμμή των ρούχων του έκανε μεγάλο όνομα τον Ford στη βιομηχανία της μόδας.
Γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου, στο Ώστιν στο Τέξας. Οι γονείς του Shirley Burton και Tom Ford ήταν κτηματομεσίτες. Ο Ford έζησε το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών του χρόνων στο αγρόκτημα των παππούδων του στο Μπραουνγουντ στο Τέξας. Από νωρίς άρχισε να ενδιαφέρεται για τη ζωγραφική, την τέχνη και το σχέδιο. Άλλαζε τη θέση των επίπλων όταν έλειπαν οι γονείς του από το σπίτι. Οι γονείς του τον στήριξαν στις επιλογές του και τον ενθάρρυναν να ακολουθήσει όποιον δρόμο θέλει.
Σε νεαρή ηλικία φάνηκε πως η μόδα ήταν ένα από τα ενδιαφέροντα του με τα πρώτα πρότυπα στιλ την μητέρα και τη γιαγιά του. «Η μητέρα μου ήταν πολύ κομψή, πολύ κλασσάτη» είχε πει ο Ford. «Η γιαγιά μου ήταν κομψή με στιλ από το Τέξας – Όλα μεγάλα και φανταχτερά, από κοσμήματα έως αυτοκίνητο» Είπε χαρακτηριστικά ο Ford.
Το 1979 ξεκίνησε σπουδές στην Ιστορία Τέχνης σε Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Στη συνέχεια, έγινε τακτικός θαμώνας του Studio 54 μετά την ερωτική γνωριμία του με τον καλλιτέχνη Ian Falconer. Εκεί συνειδητοποίησε ότι ανήκει στην LGBT κοινότητα, ενώ αποτέλεσε πηγή έμπνευσης η disco/glam αισθητική του club για τα σχέδια του. Μετέπειτα παράτησε τη σχολή του για να μετακομίσει από τη Νέα Υόρκη στο Λος Άντζελες, προσπαθώντας να βγάλει τα ως προς το ζην, κάνοντας διαφημιστικά σποτ στην τηλεόραση.
Στην πορεία, σπούδασε αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων στο Parson School of Design στη Νέα Υόρκη όπου και αποφοίτησε το 1986. Παράλληλα με τις σπουδές του, για 6 μήνες είχε εργαστεί ως μαθητευόμενος στο τμήμα δημοσίων σχέσεων του οίκου Chloé στο Παρίσι. Αργότερα εργάστηκε ως διακοσμητής εσωτερικών χώρων στις εταιρίες των Perry Ellis και Cathy Hardwick μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 80. Μετά από αποτυχημένες απόπειρες να δουλέψει σε διάφορους οίκους, τo 1990 προσλήφθηκε δοκιμαστικά ως designer της γυναικείας σειράς ρούχων στη Gucci από την τότε δημιουργική διευθύντρια Dawn Mello. Σε διάστημα έξι μηνών ο Ford γρήγορα επεκτάθηκε στο σχεδιασμό ανδρικών ρούχων και μετέπειτα και υποδημάτων. Όταν ο Richard Lambertson άφησε τη θέση του design director, ανέλαβε ο Ford ως επικεφαλής της ready-to-wear συλλογής, των αρωμάτων, της εικόνας, της διαφήμισης και τον σχεδιασμό του καταστήματων.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, υπήρξαν διαφωνίες στη σχεδιαστική γραμμή, μεταξύ του Maurizio Gucci, προέδρου της εταιρίας και κατά 50% ιδιοκτήτη και του Ford. Σύμφωνα με την Mello, o Gucci επέμενε πως «όλα πρέπει να είναι καφέ και όλα πρέπει να είναι στρογγυλά» και από την άλλη ο Ford ήθελε «όλα θα είναι μαύρα και όλα θα έχουν γωνίες». Αν και ο Gucci επέμενε να απολύσει τον Ford, ο Domenico de Sole επέμενε να παραμείνει. Ωστόσο, το έργο του Ford έμεινε πίσω στα παρασκήνια στις αρχές της δεκαετίας του 90. H συμβολή του επισκιάστηκε από την Mello που ήταν το δημόσιο πρόσωπο της εταιρίας.
Τέσσερα χρόνια μετά την πώληση της Gucci στην Investcorp, μια επενδυτική εταιρία με έδρα το Μπαχρέιν, ο Ford χρίστηκε ως δημιουργικός διευθυντής του οίκου. Τα έσοδα σημείωσαν αύξηση 90%. Το 1999 ο οίκος είχε αξία 4 δις.
H γνωριμία με τον σύντροφο του Richard Buckley.
Στη συνέχεια, ο Ford μετακόμισε μόνιμα στο Μιλάνο με τον σύντροφο του, τον δημοσιογράφο και συντάκτη μόδας της “Vogue Hommes International” Richard Buckley. Μαζί απέκτησαν ένα αγοράκι μέσω παρένθετης μητέρας, τον Alexander John “Jack” Buckley Ford, ο οποίος γεννήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2012. Ford και Buckley γνωρίστηκαν σε ένα fashion show την Πρωτοχρονιά του 86 στη Νέα Υόρκη. Ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά για τον Ford, ο οποίος εξομολογήθηκε τα αισθήματα του μέσα σε ασανσέρ. Τρια χρόνια μετά πέρασαν μία δύσκολη περίοδο λόγω διάγνωσης καρκίνου του σύντροφου του. Το ζεύγος αντάλλαξε όρκους αιώνιας πίστης το 2014 μετά τη νομιμοποίηση των ομόφυλων γάμων στις ΗΠΑ.
Η επανεκκίνηση του οίκου Gucci
Ως καλλιτεχνικός διευθυντής της Gucci, ο Ford λάνσαρε μια επιτυχημένη σειρά από συλλογές γυναικείων και ανδρικών ρούχων, εμπνευσμένη από τη δεκαετία του 1970, η οποία απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Επίσης, η σειρά αυτή περιελάμβανε τσάντες, παπούτσια, αξεσουάρ και δύο νέα αρώματα της Gucci, Envy και Rush. Ανανέωσε αισθητικά την εικόνα της Gucci κάτι που η Αμερικανική Vogue ονόμασε “logo-laden”. Μία εικόνα που προσδίδει ένα εκλεπτυσμένο σεξ απίλ. Το 1995 προσέλαβε την Γαλλίδα στυλίστρια Carine Roitfeld και τον φωτογράφο Mario Testino, για να δημιουργήσουν ένα νέο, μοντέρνο image για τις διαφημιστικές καμπάνιες της Gucci.
Ο Ford δημιούργησε σκανδαλώδεις καμπάνιες που του έδωσαν τη φήμη του μεγαλύτερου προβοκάτορα της μόδας. Παρά την έντονη κριτική που δέχτηκε, η πολιτική του Ford αποδείχθηκε αποτελεσματική. Οι πωλήσεις ενισχύθηκαν, η φήμη του μεγάλωσε και ο ρόλος του Ford στο νεοσύστατο όμιλο Gucci Group ήταν ολοένα και πιο σημαντικός.
Τα ανοδικά κέρδη της Gucci αντικατοπτρίζουν την αυξανόμενη δημοτικότητα του Ford στο χώρο της μόδας. Ο οίκος ήταν προς οικονομική κατάρρευση μέχρι που ανέλαβε ο Ford. Το 1999 η αξία της εταιρίας έφτασε τα 4,3 δις. δoλάρια. Στα μέσα Νοεμβρίου του 1999, ο όμιλος Gucci μετατράπηκε σε έναν κολοσσό ειδών πολυτελείας με την εξαγορά της Sanofi Beaute, η οποία κατέχει τον Yves Saint Laurent, με συνολικό κόστος περίπου 1 δις. Δολάρια, φέρνοντας τον Ford και πάλι στο προσκήνιο. Η Sanofi Beaute είναι μια εταιρία luxury προϊόντων η οποία βρίσκεται πίσω από τον οίκο Yves Saint Laurent. Το 2000 ανακοινώνεται ότι ο Ford θα διαδεχτεί τον Alber Elbaz ως σχεδιαστής της σειράς ready-to-wear, Rive Gauche.
To 2001 η Γαλλική εταιρία Pinault-Pritemps-Redoute αναλαμβάνει τον έλεγχο του ομίλου Gucci. Αυτή η εξαγορά φέρνει τον Yves Saint Laurent υπό την κυριότητα και τον έλεγχο του Domenico de Sole, του προέδρου και διευθύνοντος σύμβουλου της Gucci και του Tom Ford. Οι δυο άντρες που κατάφεραν να μετατρέψουν την τύχη της Gucci από μία πρακτικά πτωχευμένη εταιρία σε έναν θρύλο της μόδας, επιχειρούν να κάνουν το ίδιο για τον Yves Saint Laurent χρησιμοποιώντας την τεχνογνωσία της Gucci για να αναπτύξουν τη σειρά αρωμάτων της επιχείρησης και ιδιαίτερα τα δερμάτινα αξεσουάρ της. «Ο Yves Saint Laurent είναι ένα τεράστιο brand, ίσως το μεγαλύτερο, και η εξαγορά του μας επιτρέπει μεγιστοποιήσουμε της δυνατότητες του.» Δήλωσε ο Ford.
Τον Απρίλιο του 2004, ο Ford αποχώρησε από τον όμιλο Gucci αφού αυτός και ο Διευθύνων Σύμβουλος Domenico de Sole, ο οποίος θεωρείται ως συνεργάτης του Ford στην επιτυχία της Gucci, απέτυχαν να συμφωνήσουν με το αφεντικό της Pinault Pritemps Redoute για να αναλάβουν τα ηνία του ομίλου. Ο Ford χαρακτηρίσε την εμπειρία αυτή ως «καταστροφική» και κάτι «σαν κρίση μέσης ηλικίας» λέγοντας πως «Μάλλον περνούσα κρίση μέσης ηλικίας, δεν μπορώ να το αποδώσω διαφορετικά… Είχα δοθεί ολοκληρωτικά για 15 χρόνια σ΄αυτή τη δουλειά και τα τίναξα όλα στον αέρα». Όταν έφυγε ο Ford προσελήφθησαν μόνο 4 άτομα για να συνεχίσουν το έργο του Ford. H συνολική αξία της Gucci Group ήταν 10 δις. Δολάρια.
Η συλλογή με την υπογραφή του
Ο Tom Ford, όταν αποχώρησε από τον οίκο Gucci, χάθηκε και από τα φώτα της δημοσιότητας. Το 2006 όμως, συνεργάστηκε με την Estee Lauder, παρουσιάζοντας τη δική του σειρά αρωμάτων. Ακολούθησε μια σειρά γυαλιών ηλίου. Την αμέσως επόμενη χρονιά λάνσαρε τη δική του ανδρική συλλογή κουστουμιών sur mesure, υπό την ονομασία “Tom Ford” και το 2010 κυκλοφόρησε δημιουργίες για το κόκκινο χαλί.
Η Πρώτη Κυρία Michelle Obama φόρεσε μια δημιουργία του σε χρώμα λευκό στο παλάτι του Μπάκινγχαμ. Έχει ντύσει ονόματα όπως: Beyonce, Jennifer Lopez, Gwyneth Paltrow, Anne Hathaway, Tom Hanks, Johnny Depp, Ryan Gosling, Will Smith, Hugh Jackman, Henry Cavill.
Έχει δημιουργήσει τα κουστούμια των τριών τελευταίων ταινιών του James Bond (“Quantum of Solace”, “Skyfall” και “Spectre”). Το 2013 σχεδίασε τα κουστούμια του Timberlake για την παγκόσμια περιοδεία του “20/20 Experience World Tour”. Την ίδια χρονιά ο Jay-Z έβγαλε τραγούδι με τίτλο “Tom Ford” με τον Ford να ραπάρει.
Μετά την αποχώρησή του από τον όμιλο Gucci, o Φορντ αποκάλυψε και το συγγραφικό του ταλέντο. Παρουσίασε τον Οκτώβριο του 2004 στο Ντάλας ένα βιβλίο με τις αναμνήσεις του από τα δεκατέσσερα χρόνια του στον οίκο Gucci και την πορεία του στον YSL. Το βιβλίο του που τιτλοφορείται «Tom Ford» είναι μεγάλο και επιβλητικό, αντιπροσωπεύοντας επακριβώς την προσωπικότητα του.
H καριέρα του ως σκηνοθέτης
Ο Ford εξέφρασε από καιρό ενδιαφέρον να ασχοληθεί με τη δημιουργία ταινιών και η πρώτη του σκηνοθετική και σεναριακή απόπειρα ήταν το “A Single Man (Ένας Άνδρας Μόνος)” με πρωταγωνιστή τον Colin Firth, το οποίο προβλήθηκε στο κινηματογράφους το 2009. Ο Firth υποδύθηκε τον Τζορτζ Φαλκονερ, έναν καταθλιπτικό ομοφυλόφιλο Βρετανό καθηγητή πανεπιστημίου που κατοικεί στην Νότια Καλιφόρνια το 1962. Το έργο ήταν βασισμένο στο μυθιστόρημα του Christopher Isherwood.

Η ταινία θεωρήθηκε αντισυμβατική και έλαβε εγκωμιαστικές κριτικές από το κοινό και τους κριτικούς. Συμμετείχε σε διάφορα φεστιβάλ όπως στο 66ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 2009 όπου ήταν υποψήφια για το βραβείο Χρυσού Λέοντα, ενώ κέρδισε το βραβείο Queer Χρυσού Λέοντα. Έλαβε ένα βραβείο BAFTA Καλύτερου Ηθοποιού σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Φερθ ήταν επίσης υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα και βραβείο Όσκαρ Καλύτερου Ηθοποιού. Για την ερμηνεία της, η Julianne Moore ήταν υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Γυναίκας Ηθοποιού. Η ταινία έλαβε το πρώτο βραβείο από το Βέλγικο Συνδικάτο των Κριτικών Κινηματογράφου. Τέλος, η ταινία ήταν υποψήφια για Oscar στην κατηγορία «Καλύτερος Ηθοποιός» για την ερμηνεία του Colin Firth.
Ακολούθησε το ψυχολογικό θρίλερ “Nocturnal Animals (Νυκτόβια Πλάσματα)” το 2016. Με πρωταγωνίστρια την Amy Adams στο ρόλο της ιδιοκτήτριας γκαλερί , της οποίας ο πρώην άντρας (Jake Gyllenhaal) γράφει ένα βίαιο, εκδικητικό μυθιστόρημα που μοιάζει με τη ζωή τους. H ταινία βασίστηκε επίσης σε ένα μυθιστόρημα, ενώ βραβεύτηκε με το “Ειδικό Βραβείο Επιτροπής” στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Βενετίας, ενώ ήταν υποψήφια για βραβείο Χρυσού Λέοντα. Στις Χρυσές Σφαίρες του 2017 έλαβε υποψηφιότητα σε τρεις κατηγορίες: καλύτερης σκηνοθεσίας (Tom Ford), καλύτερου σεναρίου (Tom Ford) και Β’ ανδρικού ρόλου (Aaron Taylor-Johnson ) και κέρδισε στην τελευταία. Ακολούθησαν 7 υποψηφιότητες στα BAFTA: Α’ ανδρικού ρόλου (Jake Gyllenhaal ), Β’ ανδρικού ρόλου (Aaron Taylor-Johnson ), σκηνοθέτη και διασκευασμένου σεναρίου (Tom Ford), φωτογραφίας, πρωτότυπης μουσικής, μέικ-απ και μοντάζ.) και μια υποψηφιότητα στην 89η απονομή των βραβείων Oscar στην κατηγορία “Β’ Ανδρικού Ρόλου” για την ερμηνεία του Michael Shannon.